Περιγραφή
Ο ΠΙΣΩ ΤΟΙΧΟΣ ΗΤΑΝ ΑΣΒΕΣΤΩΜΕΝΟΣ και έβλεπε σ’ ένα στενό πέρασμα, όπου σκαλιά κατέβαιναν προς τη θάλασσα, φιδογυριστά, ανάμεσα από σπίτια εγκαταλελειμμένα με πράσινα, σπασμένα πατζούρια. Μερικά δίχτυα είχαν απομείνει έξω ξεχασμένα, ποιος ξέρει πόσο καιρό πριν και λιάζονταν στο απομεσήμερο.
Καθώς γλίστρησε, στα τελευταία λίγα μέτρα που του απέμεναν για να περάσει στον δρόμο, μια κοκκαλιάρικη γάτα, που καθόταν κι αυτή κάτω από τον ήλιο, νιαούρισε, βλέποντάς τον, και έσυρε τα πόδια της. Ύστερα, με την ίδια αργόσυρτη περπατησιά, μπλέχτηκε σε κάτι ψάθινα καλάθια, πεταγμένα στην άκρη της αυλής, και κούρνιασε εκεί…









Αξιολογήσεις
Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.